συκοφαντίας

ου
συκοφαντ‐ίας, ου , ὁ (sc. ἄνεμος), Com. word in Ar. Eq. 437, καικίας καὶ συκοφαντίας πνεῖ.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project