στασιαστικός
ή, όν, Adv.
A.
seditious, factious, opp. πολιτικός, Pl. Plt. 303c; λόγοι Aeschin. 3.208; πράττειν οὐδὲν ς. Plu. Cor. 6. Adv., ‐κῶς ἔχειν to be factious, πρός τινας D. 9.21, 18.61; ς. χρῆσθαι τοῖς ὀστρακισμοῖς in a factious spirit, Arist. Pol. 1284b22.