ῥίγιον
Adj.
A.
more horrible or miserable, τό οἱ καὶ ῥ. ἔσται Il. 1.325, cf. 563, 11.405; τὸ δὲ ῥ . . . ἄλγεα πάσχειν Od. 20.220; [γυναικὸς] κακῆς οὐ ῥ. ἄλλο Hes. Op. 703; cf. Semon. 6.
II.
colder, ποτὶ ἕσπερα ῥ. ἔσται Od. 17.191.—The masc. ῥιγίων is not found.