παρήπαφε

A. v. παραπαφίσκω. παρηρία· μωρία, Hsch.; cf. παραρρ έω, and v. παρήορος 111 ; also πάρηρος (πάρερος cod., sed post παρη ρία)· ὁ μωρός, Id. παρής, contr. for παρηΐς.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project