Κάρ
ο
A.
καὶ δὴ ’πίκουρος ὥστε Κὰρ κεκλήσομαι Archil. 24, cf. Ephor. 12 J.: hence prov., ἐν τῷ Καρὶ κινδυνεύειν (cf. experimentum facere in corpore vili), E. Cyc. 654, cf. Sch.Pl. La. 187b, Euthd. 285c; ἐν Καρὶ τὸν κίνδυνον . . πειρᾶσθαι Cratin. 16, cf. Philem. 18; δεῖ ἐν Καρὶ τὴν πεῖραν, οὐκ ἐν τῷ στρατηγῷ γίνεσθαι Plb. 10.32.11; ἐν τῷ Καρὶ καὶ οὐκ ἐν τοῖς ἑαυτῶν σώμασι τὰς πείρας ποιούμενοι Aristid. 1.163 J.
II.
v. Κήρ.