καθυπέρτατος
α, ον, η, ον, η, ον, Adj.
A.
above, Σεληναίης Man. 6.604.
II.
commonly metaph., having the upper hand, superior, κ. γίνεσθαι τῷ πολέμῳ Hdt. 1.67: abs., Th. 5.14; κ. τῶν Περσέων γινόμενα τὰ πρήγματα Hdt. 7.233, cf. Th. 7.56; θεοῦ δ’ ἔτ’ ἰσχὺς κ. A. Th. 226(lyr.); κ. Ζεύς Theoc. 24.99: c. gen., πόλις κ. τῶν ἀντιπάλων X. Mem. 4.6.14, cf. Theoc. 24.100, etc.: neut. καθυπέρτερον as Adv., = καθύπερθε, Id. 2.60 (s. v. l.):— Sup. καθυπέρτατος, η, ον, highest, ἐν τῇ κατυπερτάτῃ τῆς γῆς Hdt. 4.199.
2.
Astrol., prevalent, prepollent, ἀστέρες Vett.Val. 98.27.