βασκανία
ἡ
A.
malign influence, witchery, Pl. Phd. 95b; β. φαυλότητος ἀμαυροῖ τὸ καλόν LXX Wi. 4.12; βασκανίας φάρμακον τὸ πήγανον Arist. Pr. 926b20.
2.
malignity, ἀγνωμοσύνη καὶ β. D. 18.252; ὄχλος καὶ β. Id. 19.24: pl., LXX 4 Ma. 2.15.
3.
jealousy, ἤεισεν κρέσσονα βασκανίης Call. Epigr. 23, cf. Ph. 2.81, al.