φύρδαν
Adv.
A.
in utter confusion, A. Pers. 812; φ. μάχεσθαι X. Cyr. 7.1.37; σεσωρεῦσθαι Plb. 16.8.9; πάντα εἰκῇ καὶ φ. ἐπράττετο Id. 30.11.6; σύρει φ. drags headlong, S. l.c.
2.
(φύρω 1) with defilement, σίδαρον . . φ. μεστὸν ἔχουσα φόνου APl.c.; φ. τείρων φῶτας ἐκβιάζεται Keil-Premerstein Erster Bericht p.9.