φοινίσσω
ξω
A.
redden, make red, αἵματι Ἄρης πόντον φοινίξει Orac. ap. Hdt. 8.77, cf. B. l. c.; χεῦμα Καΐκου Epic.Alex.Adesp. 3.15; σφάγια φ. E. l. c.; φοινίσσουσα παρῇδ’ ἐμὰν αἰσχύνᾳ Id. IA 187 (lyr.); empurple, μόρον S. Fr. 395:—Pass., to be or become red, μάστιγι νῶτα φοινιχθείς S. Aj. 110; αἵματι φ. E. Hec. 151 (anap.); πόντος ναΐοις ἐφοινίσσετο σταλαγμοῖς Tim. Pers. 33, cf. Hp. Epid. 7.92; καὶ χρόα φοινίχθην ὑπὸ τὤλγεος Theoc. 20.16; νᾶμα δ’ ἐφοινίχθη Id. 23.61; τεμνόμενοι, φοινισσόμενοι, καόμενοι Porph. Abst. 1.56:—Med., [σκίλλα] φοινίξατο σάρκα Nic. Al. 254, cf. Nonn. D. 34.143.
2.
in the Perrhaebian dialect, = αἱμάσσω, Arist. Mir. 843b14.
3.
causal, θερμὸν ἔρευθος φοινίσσει causes a hot flush, Opp. H. 2.428.
II.
intr., become blood-red, Nic. Th. 238; ἄνθη μετὰ τοῦ λευκοῦ φοινίσσοντα ἐκ μέρους Dsc. 4.159.