φιλοτήσιος

α, ον, ος, ον, ον
A. of friendship or love, promoting it, φ. ἔργα Od. 11.246; φ. δίαιτα S. l.c.; φ. χορός Ar. Fr. 675 (lyr.); τέρψις Phld. Hom. p.25 O.; μέλος Plu. 2.329e; εὐνή Opp. C. 3.375.
II. ἡ φιλοτησία, with or without κύλιξ, the cup sacred to friendship, the loving-cup, ἡ μὲν γὰρ φέρεται φιλοτήσιος Thgn. l. c.; πῖνε, κατάκεισο, λαβὲ τήνδε φιλοτησίαν Ar. Ach. 985 (lyr.); κύλιξ φ. Id. Lys. 203; φ. σοι τήνδ’ ἐγὼ . . κύλικα προπίομαι Alex. 291; φιλοτησίαν δὲ τήνδε σοι προπίομαι Theopomp.Com. 32.9; φιλοτησίαν παρέχειν Luc. Sat. 18: pl., φιλοτησίας προπίνειν D. 19.128, Luc. Herm. 11, Gall. 12: hence in Alex. 58, τῆς φιλοτησίας ἐγὼ μεστὰς προπίνω, Meineke read τρεῖς for τῆς: jestingly, ἡ τοῦ φαρμάκου φ. Theopomp. Hist. 177.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project