συνωθέω
A.
force together, compress forcibly, τὰ σμικρὰ εἰς τὰ τῶν μεγάλων διάκενα Pl. Ti. 58b; τὰ ὁμοιότατα μάλιστ’ εἰς ταὐτόν ib.53a; πρὸς τὸν πόλον ὡς εἰς στενότατον X. Oec. 18.8; τὸ πνεῦμα κατέχειν καὶ πρὸς τὴν λαγόνα συνωθεῖν Sor. 2.59; ἡ φύσις . . ς. τὸπῦον εἰς τὰς παρακειμένας χώρας Gal. 18(2).103:—Pass., συνέωσται εἰς αὑτό Pl. Ti. 59e; συνωσθεῖσα ib.85e; εἰς μικρόν Arist. Resp. 479b24; διὰ τὸ συνωθεῖσθαι πλεῖστον ἀέρα πρὸς ἄρκτον Thphr. Vent. 2, cf. 53.
2.
help to propel, βολήν App. Hann. 22.
II.
intr., force one's way in or rush in, Arist. Mir. 838b8; ἐπὶ τὸ στρατεύεσθαι Epicur. Fr. 171 (nisi leg. ὁρμῆσαι).