συγχαίρω
A.
‐χάρηθι Anacreont. 31.30:—rejoice with, A. Ag. 793 (anap.), Ar. Pax 1317 (anap.); χαῖρε . . καί σοι ξυγχαίρομεν ἡμεῖς Id. Eq. 1333 (anap.); ς. ἐπὶ τοῖς σοῖς ἀγαθοῖς X. Hier. 11.12; ς. ἀγαθῷ γενομένῳ Pl. Epin. 988b: c. dat. pers., τὸν συναλγοῦντα καὶ ς. τῷ φίλῳ Arist. EN 1166a8; οὐ ς. οὐδὲ συναλγεῖν ἑαυτοῖς ib.1166b18: later in Med., IG 14.966.5 (Rome, ii A.D.).
II.
wish one joy, congratulate, ς. τῶν γεγενημένων wish one joy of . ., D. 15.15; ς. τῇ συγκλήτῳ ἐπὶ τοῖς γεγονόσιν Plb. 30.18.1, cf. SIG 700.41 (Lete, ii B.C.); ς. τῇ πόλει ὅτι . . Aeschin. 2.45.