στολοκρατές

στολοκρατές· τὸ τῆς Ἰοῦς μέτωπον, διὰ τὰ κέρατα, Hsch. (= Trag.Adesp. 598, fort. στολόκρου κρατός).
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project