στέρομαι
ᾱ
A.
to be without, lack, lose, νίκης τε στέρεται Hes. Op. 211; στέρεσθαι τῆς χώρης Hdt. 8.140.ᾱ, cf. Th. 1.70, al.; στερομέναν φίλων A. Ag. 1429 (lyr.), cf. E. IA 889 (troch.); στέρεσθαι κρατός A. Pers. 371; στέρομαι δ’ οἴκων, ς. παίδων E. Ion 865 (anap.); φίλτρων στέρομαι Id. El. 1309 (anap.); στερόμενος ὧν ὁ θεὸς ἔδωκεν Antipho 4.1.3; στερέσθω τῆς ἀρχῆς Pl. Lg. 948a; ὅπως ἂν . . τῶν αὑτῶν στέρωνται Id. R. 433e; στερέσθω τοῦ βοσκήματος IG 12(9).90.12 (Eretria, iv B.C.), cf. PHib. 1.29.20 (iii B.C.), PRev.Laws 49.22, al. (iii B.C.); τῶν ὑπαρχόντων στέρεσθαι BGU 1812.6 (i B.C.), cf. στερέω: abs., χαίρειν τε καὶ στέρεσθαι S. Tr. 136 (lyr.); ὑπὸ Ἀγησιλάου στέρεσθαι οὐδεὶς οὐδὲν πώποτε ἐνεκάλεσε X. Ages. 4.1.