στέλεχος
εος, τό
A.
crown of the root, whence the stem or trunk springs, δρυὸς ἐν στελέχει Pi. N. 10.61, cf. Hdt. 8.55, Arist. Ath. 60.2; αἴγειρος . . δεδιχασμένη ἑνὸς ἐκ στελέχους Lyr. in Philol. 80.334.
2.
trunk, log, στελέχη φέρειν Ar. Lys. 336 (lyr.); ἐκπρεμνίζειν στελέχη D. 43.69; εἰσδυόμενος εἰς τὰ ς., of hollow trunks, Arist. HA 559a10; κύων ς. ἔτεκε Hecat. 15 J.
3.
metaph., blockhead, Lysipp. 7.