στέγω
A.
ἔστεξα Plb. 8.12.5, Plu. Alex. 35, etc.:—Med., aor. ἐστέξατο cj. for ἐδέξατο in AP 13.27 (Phal.):— Pass., aor. ἐστέχθην Simp. in Epict. p.117 D.:—cover closely, so as to keep a fluid either out or in, Pl. Ti. 78a (of fire):
A.
keep out water, δόμος ἅλα στέγων a house that keeps out the sea, i.e. a good ship, A. Supp. 135 (lyr.): abs., νῆες οὐδὲν στέγουσαι not water-tight, Th. 2.94; εὐνὰς τοιαύτας οἵας . . στέγειν . . ἱκανὰς εἶναι Pl. R. 415e, cf. Ti. 45c, Cra. 412d; τῇ . . στεγούσῃ γῇ in the impervious earth, Id. Criti. 111d; συμμύει καὶ στέγει, of timber, Thphr. HP 5.7.4, cf. 5.4.5; οἰκία στέγουσα IG 22.2498.23, cf. 12(5).568.12 (Ceos, v/iv B.C.):—so in Med., στέγετο . . ὄμβρους kept off the rain from himself, Pi. P. 4.81; νεῦς οὐκ ἐστέξατο κῦμα APl.c. (v. supr.); ταῦτα δὲ παρέξοντι οἰκοδομημένα καὶ στεγόμενα καὶ τεθυρωμένα Tab.Heracl. 1.142.
2.
of other things, fend off, repel, οὔτε οἱ πῖλοι ἔστεγον τὰ τοξεύματα Th. 4.34; δόρυ πολέμιον στέγειν A. Th. 216; στέγων γὰρ ἐχθροὺς θάνατον εἵλετ’ ib.1014; ς. τὰς πληγάς Ar. V. 1295; στέγει ἡ σὰρξ τὸ προσπῖπτον θερμόν Arist. Pr. 889a11.
3.
later, bear up, sustain, support, ἡ θάλαττα . . ς. τὰ βάρη Id. Fr. 217; ς. τὸν ὄροφον J. AJ 5.8.12; τοῦ κρυστάλλου στέγοντος τὰς διαβάσεις στρατοπέδων D.S. 3.34; bear up against, endure, resist, τὴν ἐπιφοράν, ἔφοδον, Plb. 3.53.2, 18.25.4, cf. SIG 700.23 (Lete, ii B.C.); ς. νόσον AP 11.340 (Pall.); τὸ δυσῶδες Memn. 2.4; τὰς ἐνδείας Ph. 2.526; ἡ ἀγάπη . . πάντα ς. 1 Ep.Cor. 13.7, cf. 9.12: abs., contain oneself, hold out, στέγειν, καρτερεῖν Lyr.Alex.Adesp. 1.30, cf. 1 Ep.Thess. 3.1,5; ἔστεξα ἕως ἔλθῃς POxy. 1775.10 (iv A.D.) (in S. OT 11 στέξαντες is f.l. for στέρξαντες).
B.
keep in, hold water, etc., δάκρυον ὄμματ’ οὐκέτι στέγει prob.f.l. in E. IA 888 (troch.); οὐκ ἂν δυναίμην μὴ στέγοντα πιμπλάναι I could not fill leaky vessels, Id. Fr. 899; ὕδωρ ς., of a vessel, Pl. R. 621a: metaph., τὴν ψυχὴν κοσκίνῳ ἀπῄκασε . . τετρημένην, ἅτε οὐ δυναμένην στέγειν δῑ ἀπιστίαν καὶ λήθην Pl. Grg. 493c; [ψυχὴν] στέγουσαν οὐδέν Id. Lg. 714a; in Id. R. 586b, τὸ στέγον ἑαυτῶν prob. means the continent part of each man, cf. στεγανός 11.4.
II.
generally, contain, hold, ἄγγος σῶμα τοὐκείνου ς. S. El. 1118, cf. E. Ion 1412; ὄχλον ς. δῶμα Id. Hipp. 843.
III.
shelter, protect, πύργοι πόλιν στέγουσιν S. OC 15 codd., cf. A. Th. 797: metaph., ὅρκος ς. τὴν ὁμόνοιαν αὐτῶν D.S. 11.29 (cj.); τὸ ξύλον ἔστεξεν ἡ γῆ retained and cherished it, so that it struck root, Plu. Rom. 20, cf. Alex. 35.
2.
conceal, keep hidden, κακόν τι κεύθεις καὶ στέγεις ὑπὸ σκότῳ E. Ph. 1214; ἥξει . ., κἂν ἐγὼ σιγῇ στέγω S. OT 341; τί χρὴ στέγειν ἢ τί λέγειν; Id. Ph. 136 (lyr.); τὸ γὰρ γυναιξὶν αἰσχρὸν σὺν γυναῖκα χρὴ στέγειν Id. Fr. 679; ς. τἀμὰ καὶ σ’ ἔπη E. El. 273; στέξαι τὸ κριθέν Plb. 4.8.2:—Pass., to be kept secret, Th. 6.72; παρ’ ὑμῶν εὖ στεγοίμεθ’ let my counsel be kept secret by you, S. Tr. 596.
IV.
close up, in Pass., τὰ τῶν ἀγγείων στόματα στεγόμενα Paul.Aeg. 6.7. (Cf. Skt. sthagati 'cover, hide', Lat. tego, Engl. thatch.)