στέγασμα
ατος, τό
A.
anything which covers or shelters, covering, X. An. 1.5.10 (pl.); ἐν τεύτλου κρύπτεται στεγάσμασιν Antiph. 181; ς. ὤας ἢ διφθέρας SIG 1259.5 (Athens, iv B.C.); τὰ ς. τοῖς πλοίοις awnings, PCair.Zen. 53.7 (iii B.C.).
2.
roof, opp. σκέπασμα, Pl. Plt. 279d, cf. Criti. 111c.