σταλάσσω
A.
ἐστάλαξα Lyc. 37, LXX Mi. 2.11:
I.
let drop, δάκρυ ς. E. Hel. 633 (lyr.); ς. ἐς οἶδμα . . δακρύων . . αὐγάς Id. Hipp. 738 (lyr.); σκηπτὸς ς . . . φόνον Id. Andr. 1046 (lyr.); ἠμιτύβιον σταλάσσον a napkin dripping wet, Sapph. 116: metaph., τοὺς ἐν τῷ διαλέγεσθαι δυσφόρους καὶ κατ’ ὀλίγας λέξεις σταλάττοντας Porph. l.c.
II.
drop, drip, E. Ph. 1388.