σπιλάς

άδος, ἡ
A. storm, squall, Plu. 2.476a; ἐκραγείσης ὥσπερ ἐν εὐδίᾳ σπιλάδος ib.101b; ἄνδρας αἰφνιδίῳ σπιλάδι κατασεισθέντας Hld. 5.31, cf. AP 7.382.4 (Phil.): cf. κατασπιλάζω 11.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project