σμῶδιξ

ιγγος, ἡ
A. weal, swollen bruise, caused by a blow, ς. αἱματόεσσα μεταφρένου ἐξυπανέστη Il. 2.267; πυκναὶ δὲ σμώδιγγες . . αἵματι φοινικόεσσαι ἀνέδραμον 23.716, cf. Opp. H. 2.428.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project