σμύρις
ιδος, λ, ἡ
A.
emery-powder, used by lapidaries, Dsc. 5.147; σμίρις v.l. in Dsc. l.c., Orib. 13 λ 24, Paul.Aeg. 7.3 s.v. λίθοι; σμιρίς, ἡ, Hsch., Aët. 2.26; gen.σμίρεως Orib. 15.1.20 codd.; cf. ζμιρριεῖα: —also σμιρίτης [ιτ] λίθος,ὁ, LXX Jb. 41.7 (v.l. σμιριτος).