σμογερόν

ά, όν, α, ον
A. σμοιῷ προσώπῳ Anon. (fort. A. Ag. 639, ubi στυγνῷ) ap.Hsch.; and σμοῖος, α, ον, Theognost. Can. 49,= σκυθρωπός; as pr.n., Ar. Ec. 846; also μοῖος and σμυός, Hsch. σμοκορδοῦν· τὸ σχηματίζεσθαι τὰς γυναῖκας, Id. σμοκόρδους· τοὺς τὰς ὀφρῦς ἐγκοίλους ἔχοντας, Id. σμορδοῦν· συνουσιάζειν, Id. σμόρδωνες, = πόσθωνες, Id. σμόω,= σμώγω, EM 721.22, An.Ox. 2.407.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project