σμερδνός

ή, όν, Adv.
A. Γοργείη κεφαλή Il. 5.742; σμερδναῖσι γαμφηλαῖσι συρίζων φόνον A. Pr. 357; μυγαλέη Nic. Th. 815:—as Adv., σμερδνὸν βοόων Il. 15.687; δέρκεται h.Hom. 31.9.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project