σκυτίς

ίδος, ἡ
A. leather amulet, τοῦ Σαράπιδος τὸ ὄνομα ἐγγεγραμμένον λεπίδι χαλκῇ περὶ τὸν τράχηλον δεδέσθαι ὥσπερ σκυτίδα Artem. 5.26, cf. Afric. Cest. p.39V.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project