σκαλαπάζει

σκαλαπάζει· ῥέμβεται, Hsch. (Cf. σκαλπάζειν, καλπάζω, ἀνακαλπάζω.) σκάλατος· ὁ σκαφιτός (i.e. ‐ητός), Id.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project