Σιμόεις
εντος, οῦντος, α, ον, ος, ον, ίδος, ον, Adj., ὁ
Σιμόεις, εντος, ὁ, the river Simois, Il. 4.475, al.; contr. Σιμοῦς, οῦντος, Hes. Th. 342:—Adj. Σιμοέντιος, contr. Σιμούντιος, α, ον, E. Or. 809 (lyr.), IA 767 (lyr.); also ος, ον Id. Hel. 250 (lyr.); poet. fem. Σιμοεντίς, ίδος, Id. Andr. 1019 (lyr.); Σιμουντίς, Ar. Th. 110; also Σιμοείσιος, ον, Str. 13.1.34, Tryph. 326 (as pr. n., Il. 4.474).