σικχότης

εος, ητος, τό
σίκχ‐ος, εος, τό,= βδέλυγμα, Sm. Ez. 7.19, al.:—also σικχότης, ητος, ἡ, Eust. 972.35.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project