σεμνύνω
A.
exalt, magnify, τὸν σαυτοῦ θεόν Pl. Phlb. 28b; τῷ ω Id. Phdr. 244d; ἑαυτούς Id. Phlb. 28c, cf. Plt. 263d; ὑμᾶς D. 19.238; τὰ παρ’ αὑτοῖς Id. 23.212; ταῦτα περὶ ἑωυτὸν ἐσέμνυνε thus did he throw a cloak of majesty about himself, Hdt. 1.99.
II.
Med. with aor. ἐσεμνυνάμην, to be grave, solemn, esp. affect a grave and solemn air, E. Fr. 924 (lyr.); μηδ’ αὐθάδως σεμνυνόμενος χαλέπαινε Ar. Ra. 1020, cf. Av. 727; δικανικὴ καὶ ἰατρικὴ σεμνύνονται Pl. R. 405a; πρὸς σέ Id. Thg. 130b: to be reserved, of a girl, E. IA 996: with part., σεμνύνεσθαι ὥς τι ὄντε Pl. Phdr. 243a; οὐ σεμνύνεται ἐσχηματισμένη ὡς ὑπερήφανόν τι διαπραττομένη Id. Grg. 511d; ς. πολίτης ὤν Luc. Patr.Enc. 2; also ς. ἐπὶ πέντε καὶ εἴκοσι καταλόγῳ προγόνων to be proud of . . , pique oneself on it, Pl. Tht. 175a, cf. Isoc. 16.29, D. 19.235; ἔν τινι Id. 18.258: also c. dat., ταῖς ἐξουσίαις Sosiph. 3.2; τῷ σπανίως ὁρᾶσθαι ς. X. Ages. 9.1, cf. 2, Hdn. 1.5.5: rarely c. acc., ς. τὴν μοιχείαν Id. 5.7.3: c. dupl. acc., μητρόπολιν Ὑπάταν Hld. 2.34; ς. διότι Plb. 9.35.1.