σειρομάστης

A. v. σιρ‐. σειρόν· τὸ ἀνδρεῖον θέριστρον (Sicyonian), Hsch.; cf. ζειρά. σειρός, v. σιρός.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project