σαράπους

ποδος, ὁ
A. splay-footed, Alc. l.c., Gal. 19.136. (From σαίρω (B),= ἐπισύρων τὼ πόδε, D.L. 1.81; from σαίρω (A),= διασεσηρότας καὶ διεστῶτας ἔχουσα τοὺς δακτύλους τῶν ποδῶν, Gal.l.c.)
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project