Σαλαμίνιος
α, ον, ος, ον, ή, όν, άδος, ἡ
A.
Salaminian, of or from Salamis, Hdt. 5.104, etc.: also Σαλαμιν‐ιακός, ή, όν, Str. 8.2.2; and fem. Σαλαμιν‐ιάς, άδος, A. Pers. 965 (lyr.).
II.
Σαλαμινία (sc. ναῦς or τριήρης), ἡ, Ar. Av. 144, Th. 3.33; v. πάραλος 111.