ῥωγμός

A. v. ῥωχμός (B). ῥώδιγγες· πληγαὶ ὕφαιμοι διακεκομμέναι, οἱ δὲ μώλωπες, Hsch. (also ῥώτιγγες Id.). ῥῳδιόν· τὸν ἐρῳδιόν, Id., cf. Hippon. 63.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project