πωλέομαι
A.
πώλεαι Od. 4.811; part. πωλεύμενος 2.55 (also in A. Pr. 645): impf. πωλεύμην Od. 22.352, πωλεῖτο 9.189; Ion. impf. πωλέσκετο Il. 1.490, Od. 11.240: fut. πωλήσομαι h.Ap. 329, Ep. 2 sg. πωλήσεαι Il. 5.350:—Ep. Verb, prop. Frequentat. of πολέομαι, go up and down or to and fro: hence, go or come frequently, οὔτε ποτ’ εἰς ἀγορὴν πωλέσκετο . ., οὔτε ποτ’ ἐς πόλεμον Il. 1.490, cf. 5.350, 788; εἰς ἡμέτερον [δῶμα] πωλεύμενοι ἤματα πάντα Od. 2.55, cf. 22.352; πωλεῖταί τις δεῦρο 4.384; ἐνθάδε h.Ap. 170; ἔνθα καὶ ἔνθα h.Ven. 80; μετ’ ἄλλους Od. 9.189; εἰς εὐνήν h.Ap. 329; ἐπ’ Ἐνιπῆος ῥέεθρα Od. 11.240; π. μετὰ πᾶσι τετιμένος Emp. 112.5; περὶ πόλιν πωλεύμενος Archil. 46; ἀγγελίην (prob.) πωλεῖται ἐπ’ εὐρέα νῶτα θαλάσσης she goes on a message, Hes. Th. 781; ὄψεις ἔννυχοι πωλεύμεναι ἐς παρθενῶνας A.l.c.