πτωχός
ή, όν, ός, όν, Adj.
A.
beggar, Od. 14.400, 18.1, Hdt. 3.14, etc.; πρὸς γὰρ Διός εἰσιν ἅπαντες ξεῖνοί τε πτωχοί τε Od. 6.208, cf. 17.475; πτωχὸς πτωχῷ φθονέει Hes. Op. 26; π. ἀνὴρ ἀλαλήμενος ἐλθών Od. 21.327; π. καὶ ἀλήμονες ἄνδρες 19.74; πτωχοὺς ἀλᾶσθαι E. Med. 515; πτωχοῦ βίος ζῆν ἐστιν μηδὲν ἔχοντα, τοῦ δὲ πένητος ζῆν φειδόμενον Ar. Pl. 552: prov., πτωχοῦ πήρη οὐ πίμπλαται Call. Fr. 360: πτωχή beggar-woman, Ath. 10.453a (so πτωχός (fem.), S. OC 444); χήρα πτωχή Ev.Marc. 12.42.
2.
metaph., οἱ π. τῷ πνεύματι Ev.Matt. 5.3, cf. Ev.Luc. 6.20.
II.
as Adj., beggarly, πτωχῷ διαίτῃ S. OC 751; π. στοιχεῖα Ep.Gal. 4.9: c. gen., beggared of, poor in, [πηγὴ] π. νυμφῶν AP 9.258 (Antiphan.).
2.
Comp. πτωχότερος Timocl. 6.10; prov., π. κίγκλου 'as poor as a church mouse', Men. 221; irreg. πτωχίστερος Ar. Ach. 425: Sup. πτωχότατος AP 10.50 (Pall.).
3.
Adv. ‐χῶς poorly, scantily, ἠροτρία π. μέν, ἀλλ’ ἀναγκαίως Babr. 55.2.