πτήσσω
ῶτος
A.
πτήξω AP 12.141 codd. (Mel.): aor. ἔπτηξα E. HF 974, etc., Dor. ἔπταξα Pi. P. 4.57, Ep. πτῆξα Il. 14.40: aor. 2 ἔπτακον in compd. καταπτακών A. Eu. 252; Ep. 3 dual καταπτήτην Il. 8.136: pf. ἔπτηχα Isoc. 5.58, (κατ‐) Lycurg. 40, D. 4.8; later ἔπτηκα(κατ‐) Them. Or. 24.309b; Ep. part. πεπτηώς,ῶτος (v.infr.11.2).
I.
Causal, scare, alarm, πτῆξε θυμὸν ἐνὶ στήθεσσιν Ἀχαιῶν Il. 14.40; ἐχθροὺς πτῆξαι Thgn. 1015.
II.
intr., crouch or cower for fear, of animals, ἅπερ πτηνῶν ἀγέλαι τάχ’ ἂν σιγῇ πτήξειαν ἄφωνοι S. Aj. 171 (anap.); πτήξας δέμας παρεῖχε A. Pers. 209; [πῶλος] π. αἰσχύνῃσιν S. Fr. 659.9, cf. Ar. Av. 777; of human beings, ἔπταξαν ἀκίνητοι σιωπᾷ Pi. P. 4.57; ὑπὸ φόβῳ π. E. Ba. 1035 (lyr.); πτῆξαι ταπεινήν Id. Andr. 165; π. θυμόν S. OC 1466 (lyr.); κακῶς πάσχων π. Pl. Smp. 184b; δοκεῖ μοι τοῦ αὐτοῦ ἀνδρὸς εἶναι καὶ εὐτυχοῦντα ἐξυβρίσαι καὶ πταίσαντα . . πτῆξαι X. Cyr. 3.1.26; ἐκποδὼν π. Ar. Th. 36: with Preps., π. ἐν μυχοῖς πέτρας E. Cyc. 408; εἰς ἕνα χῶρον Ar. Lys. 770; πόλις πρὸς πόλιν π. E. Supp. 269; βωμὸν ὄρνις ὣς ἔπτηξ’ ὕπο Id. HF 974: c. acc. loci, βωμὸν π. Id. Ion 1280.
2.
crouch, of men in ambush, νῷν εἰς ἐρημίαν ὁδοῦ Id. Andr. 753; ὑπὸ τεύχεσι πεπτηῶτες Od. 14.474.
3.
c. acc. rei, crouch for fear of . ., ἀπειλάς A. Pr. 175 (anap.); φοβούμενοι πτήσσομεν αὐτούς X. Cyr. 3.3.18; ταῖς διανοίαις μὴ πτήξαντες τὸν τῶν ἐπιόντων φόβον Lycurg. 49; δόρυ Lyc. 280, IG 14.1296: abs., ὁ λέων . . ὁρώμενος . . οὐδέποτε φεύγει οὐδὲ πτήσσει Arist. HA 629b13.