προτένθης
ου, Adj., ἡ
A.
those who celebrated the Δορπία (q.v.), ἀφεῖσθαι τοὺς βουλευτὰς . . ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἧς οἱ π. ἄγουσι πέντε ἡμέρας Decr.Att. ap. Ath. 4.171e; τίς εἰμ’ ἐγώ; ἡ τῶν π. Δορπία καλουμένη Philyll. 8.
2.
forestaller, regrater, in pl., Ar. Nu. 1198 (ubi v. Sch.), Pherecr. 7.
3.
Adj., greedy, Ael. Fr. 39; ἡ μάλιστα π. [πηλαμύς] Id.NA l.c. (Glossed προγεύστης by Artemidor. ap. Ath. 4.171b, cf. ib.c.)