πρόσορος
ον
A.
adjoining, bordering on, Αἰγύπτου τὰ πρόσουρα Λιβύῃ Hdt. 2.18, cf. 3.97, 102; τῇ Ἀραβίῃ, π. ἐούσῃ (sc. τῇ Αἰγύπτῳ) Id. 2.12; X. in Att. form, τὰ πρόσορα Cyr. 6.1.17, cf. D.C. 36.53, Poll. 1.177, etc.:—in S. l.c., ἵν’ αὐτὸς ἦν πρόσουρος οὐκ ἔχων βάσιν, πρόσουρον shd. be read.