προσμείγνυμι

‐ξε

A. make to reach or touch, μακρὰ τείχη τῇ θαλάσσῃ Plu. Alc. 15; τῷ ποταμῷ τὸ δεξιόν Id. Art. 8: metaph. of a race-horse, π. κράτει δεσπόταν lead him to sure victory, Pi. O. 1.22; reversely, π. κίνδυνον τῇ πόλει Aeschin. 3.146.
2. Arith., add, Cat.Cod.Astr. 1.168.
3. mix in as well, Zos.Alch.p.142B.
II. intr., hold intercourse with, approach, ἐκείνῳ γ’ οὐδὲ προσμεῖξαι S. Ph. 106; Ζηνὶ προσμείξων E. Fr. 911 (lyr.); of things, ὅρος ὅρῳ προσμειγνύς Pl. Lg. 878b; ψυχὴ ἀρετῇ θείᾳ προς μείξασα having had communion with . ., ib.904d; προσέμειξεν . . τοὔπος ἡμῖν came suddenly upon us, S. Tr. 821 (lyr.); also ἐπειδὴ προσέμειξεν ἐγγὺς τοῦ στρατεύματος came near . ., Th. 4.93, cf. 7.41; ἐγγύτερον ἐπί τινας Pl. Plt. 290c; αὐτοῖς ἐγγύθεν Id. Lg. 783b.
2. in hostile sense, meet in battle, engage with, προσέμειξαν τοῖσι βαρβάροισι Hdt. 6.112, cf. 5.64, etc.; πρὸς ἀταξίαν τοιαύτην . . ὀργῇ προσμείξωμεν Th. 7.68: abs., engage, ὅπῃ προσμείξειαν X. Cyr. 5.4.46; [οἱ Σκύθαι] ἄποροι προσμίσγειν difficult to come to close quarters with, Hdt. 4.46.
3. come or go close up to . ., προσέμειξαν τῷ τείχει τῶν πολεμίων Th. 3.22; προσέμισγον τῷ ζεύγματι Id. 7.70; προσέμισγον πρὸς τὰς ἐπάλξεις Id. 3.22; but πρὸς τὰς ἐντὸς [ναῦς] προσμεῖξαι form a junction with them, Id. 7.22, cf. X. Cyr. 2.4.21; ὅπως οἱ τελευταῖοι ‐μείξειαν Id. An. 4.2.16: poet. c. acc., μέλαθρα π. E. Or. 1290 (lyr.).
4. προσέμειξαν(‐ξε)τῇ Νάξῳ, τῇ Πελοποννήσῳ, τῇ Ἀσίῃ, put to shore at, arrived at, landed in, Hdt. 6.96, 7.168, 8.130; τῷ Τάραντι προσμίσγει Th. 6.104, cf. 1.46; εἰς Θάψον ταῖς ναυσί Plu. Nic. 17.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project