προσκοπέω
A.
consider beforehand, look to, provide for, προσκεψάμενος ἐπὶ σεωυτοῦ Hdt. 7.10.δ/; ἅπαντα π. ib.177; πάντα προσκοπεῖν S. Ant. 688, E. Heracl. 470; τὸ σὸν προσκέψομαι Id. Andr. 257; τὰ κοινὰ προσκοπεῖν Th. 1.120, cf. 4.61; μὴ παθεῖν προὐσκόπουν were making provision against suffering, Id. 3.83; προσκέψασθε ὅτι . .ib.57; τῆς νυκτὸς προσκόπει, τί σοιποιήσουσιν X. Cyr. 1.6.42; οὐδεὶς εἰς τὰ πάντα προσκοπεῖ is provident, Men. Mon. 486:— Med., τὸ σόν . . προσκοπούμενος E. Med. 460; πατρὸς δωμάτων προὐσκεψάμην τοὐμόν τε καὶ τοῦδ’ provided for my share and his in my father's house, Id. Ph. 473.
2.
watch (like a πρόσκοπος or spy), προσκέψομαι τὸν Παφλαγόνα Ar. Eq. 154:—Med., προσκοπουμένη πόσιν E. IA 1098: folld. by indirect question, π. ποῦ εἰσιν οἱ πολέμιοι Thphr. Char. 25.4.
II.
Pass., τῶν . . προειρημένων τε καὶ προεσκεμμένων Pl. R. 435d; τὰ ῥηθησόμενα αὐτοῖς προὔσκεπτο Th. 8.66 (v. sub init.).