προπηλακισμός

ὁ
A. ὕβρις καὶ λοιδορία καὶ π. D. 18.12; ὁ τῆς δικαιοσύνης π. Aeschin. 3.258: pl., προπηλακισμοῖς κολάζειν Pl. Lg. 855b, etc.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project