προπετάννυμι

A. spread out before, ὑμᾶς αὐτοὺς προπετάσαντες ἡμῶν X. Cyr. 4.2.23; κυλικείου τοὐθόνιον προπέπταται Ar. Fr. 104: metaph., σκιαγραφίαν παλιτείας πρὸ τῆς ἀληθείας π. D.C. 52.7.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project