προὖπτος

ον
A. foreseen, manifest, προόπτῳ θανάτῳ δώσειν τινά Hdt. 9.17, cf. Isoc. 10.27; ἐς προὖπτον κίνδυνον καταστῆσαι Th. 5.99, cf. 111; π. ἀγγέλου λόγος A. Th. 848 (lyr.); ἐς προὖπτον Ἅιδην S. OC 1440, cf. E. Hipp. 1366 (anap.); εἰς προὖπτον . . αὑτὸν ἐνέβαλεν κακόν Aristopho 5; εἰς προὖπτον . . ἐμπεσεῖν κακόν Phoenicid. 4.18.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project