προερέω
A.
say beforehand, Pl. Plt. 292d, etc.:—Pass., ἐκ τῶν προειρημένων Id. Phd. 75b; κατὰ τὰ π. Id. R. 408c; τοῖς π. συμφωνεῖν ib.398c; τὰ προρρηθέντα ib.619c; ταῦτά μοι προειρήσθω be said by way of preface, Isoc. 4.14, cf. 5.29.
II.
order beforehand or publicly, συλλέγεσθαι ἐς Σάρδις Hdt. 1.77,81; π. τῷ στρατῷ ὡς . . ἀκουστέα εἴη Id. 3.61:— Pass., προὐρρήθη ὅπως . . Pl. Smp. 198e; προείρητο αὐτοῖς μὴ ἐπιχειρεῖν Th. 2.84, cf. Antipho 6.40; ἔχοντες τὸ προειρημένον the prescribed implement, Hdt. 1.126; ἀπικέσθαι ἐς τὴν π. ἡμέρην Id. 6.128; δεῖπνον . . ἐκ πολλοῦ χρόνου π. ordered beforehand, Id. 7.119; πόλεμος προερρήθη was declared, X. Ages. 1.17.
2.
ὀνυμαστὶ προερεῖ will call him publicly by name, Berl.Sitzb. 1927.167(Cyrene).