προβλέπω
A.
foresee, ὅτι ἥξει ἡ ἡμέρα LXX Ps. 36(37).13; provide against, D.H. 11.20; λογισμῷ μηδὲν π. Heraclit. Incred. 11; τῇ ψυχῇ προβλέπειν Him. Or. 31.1; provide, θανάτου μνημόσυνον IG 12(8).561 (Thasos):—Med., θεοῦ περὶ ἡμῶν τι προβλεψαμένου Ep.Hebr. 11.40.