προαπόλλυμι
A.
destroy first, [τὴν πόλιν] αἱ στάσεις ‐ώλεσαν App. BC 4.14, cf. Plu. Phoc. 2.
II.
more freq. in Pass., with pf. ‐όλωλα, to be first destroyed, perish before or first, Antipho 5.67, Th. 5.61, 6.77; μὴ ἡ ψυχὴ προαπολλύηται (from ‐απολλύὠ Pl. Phd. 91d; προαπόλωλεν τὸ ἐφ’ ὃ ἂν ἐκπλέωμεν D. 4.37: c. gen., ὀλίγῳ τῶν ἄλλων προαπολεῖσθαι Lys. 2.24.