πραγματώδης

ες
A. = πραγματοειδής, laborious, αἱ ἁλύσεις πρὸς τὰ τοιαῦτα ‐ῶδες Aen.Tact. 39.7: Sup., Id. 31.16; tedious, συγγράμματα Isoc. 10.2 (Comp.); οὐδέν ἐστι ‐ωδέστερον D. 19.270; πραγματῶδες τὸ τοῦτο παρατηρεῖν Phld. Rh. 2.44 S.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project