πορφυρέω

A. v.l. πορφύρουσαν) D.P. 1122; χρυσῷ πορφυρέοντι Opp. C. 2.597 (vv.ll.πορφύρεον, πορφυρόεντι; πορφύροντι cj.Schneider); λειμῶνες ἀνήροτα πορφυρέουσι v.l. for ‐φύρουσι ib.1.462.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project