Πολυδεύκης

εος, ές, Adj., ὁ

τὴν ποικίλως μεμιμημένην

δεῦκος

A. Pollux, Il. 3.237, Od. 11.300: hence Adj. Πολυδεύκειος, Ep. fem. Πολυδευκεΐη, χείρ Call. Fr. 496.
II. Adj. πολυδευκής,ές, v.l. for πολυηχής in Od. 19.521 ap.Ael. NA 5.38 (τὴν ποικίλως μεμιμημένην) and Hsch. (πολλοῖς ἐοικυῖαν, cf. δευκές).
2. = ποικίλος, μορφή prob. for ‐δερκής in Nic. Th. 209.
3. (δεῦκος) very sweet, ἑλίχρυσος ib.625 (cf. Sch. ad loc.).
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project