πλύνω

ἐκ‐, περι‐

ἐκ‐

κατα‐

A. πλύνεσκον Il. 22.155: fut. πλυνῶ Ar. Th. 248, D. 39.11; Ion. and Ep. πλυνέω Od. 6.31,59: aor. ἔπλυνα, Ep. πλῦνα Od. 6.93, (ἐκ‐, περι‐) Ar. Pl. 1062, D. 54.9:—Med., fut. πλυνοῦμαι LXX Nu. 31.24 (ἐκ‐πλυνεῖται in pass. sense, Ar. Pl. 1064): aor. part. πλυνάμενος LXX Le. 13.6, (ἐκ‐) Hdt. 4.73:—Pass., fut. πλυθήσομαι(πλυνθ‐ Hsch.) Com.Adesp. 715: aor. ἐπλύθην [υ], 3 sg. subj. πλυθῇ Thphr. HP 3.15.4; part. πλυθέν Dsc. 2.76.18, πλυθείσης Porph. VP 34: pf. πέπλυμαι Hp. Acut.(Sp.)65, Theoc. 1.150, (κατα‐) Aeschin. 3.178; part. πεπλυμένος PCair.Zen. 92 (iii B. C.):—wash, clean, prop. of linen. clothes, etc. (opp. λούομαι bathe, νίζω wash the hands or feet), εἵματα πλύνεσκον Il. 22.155; ἴομεν πλυνέουσαι Od. 6.31; πλῦνάν τε (sc. εἵματα)κάθηράν τε ῥύπα πάντα ib.93; π. κῴδια Ar. Pl. 166; τὸ ἑαυτοῦ ἱμάτιον Pl. Chrm. 161e; τὰς κοιλίας Ar. Eq. 160; ἄμμον Thphr. Lap. 58; ἐάν τις ἢ λόηται ἢ πλύνει τι ἐν ταῖς κρήναις IG 12(5).569.5 (Ceos, iii B. C.); στολήν LXX Ge. 49.11:—Pass., σησάμου πεπλυμένου PCair.Zen. 562.19 (iii B. C.); σκίλλης πλυθείσης Porph.l.c.
b. metaph., πέπλυται τὸ πρᾶγμα the thing is washed to pieces, i. e. worn out, Sosip. 1.3: hence τὸ πεπατημένον καὶ πεπλυμένον threadbare, hackneyed, Longin. Rh. p.190H.
II. as a slang term, πλύνειν τινά 'give him a dressing', abuse, κἀκυκλοβόρει κἄπλυνε Ar. Ach. 381; ἀλλήλους πλυνοῦμεν D. 39.11; πλύνοντες αὑτοὺς τἀπόρρητα Id. 58.40; τὸν πατέρα καὶ σὲ τούς τε σοὺς ἐγὼ πλυνῶ Men. 608; τοὺς κρείσσονας D.C. 46.4: c. dat. modi, τὸν τάριχον τουτονὶ πλύνων ἅπασιν ὅσα σύνοιδ’ αὐτῷ κακά Ar. Fr. 200: c. dupl.acc., πλυνεῖ τε τὰ κακὰ τῶν κακῶν ὑμᾶς Diocl.Com. 2. (πλυ‐ν‐ψω cogn. with πλἑv)‐ω, also with Lith. pláuti 'bathe', OSlav. pluti 'flow', 'sail'.)
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project