πλέως

η, ον

πίμ‐πλη‐μι

A. full, filled, c. gen., πλεῖαί τοι οἴνου κλισίαι Il. 9.71; νηῦς πλείη βιότοιο Od. 15.446; εἰδώλων δὲ πλέον πρόθυρον, πλείη δὲ καὶ αὐλή 20.355, cf. 4.319, 17.605; πλείη γαῖα κακῶν Hes. Op. 101; τάφρος πλέη ὕδατος Hdt. 1.178; στρατιῆς ἅπαντα πλέα Id. 8.4; λήματος πλέος Id. 5.111; θράσους πλέως, φόβου πλέα, etc., A. Pr. 42, E. Med. 263, etc.; ἀναιδείας πλέαν S. El. 607; ἔπη μωρίας πολλῆς πλέα Id. Aj. 745; λήθης, ταραχῆς π., Pl. R. 486c, 391c; φροντίδων πάντα π. Antipho Soph. 49.
2. ῥάκη νοσηλείας πλέα infected with . . , S. Ph. 39; ἀτιμίας πλέως Cratin. 9; ἀχθόμενος ὅτι πλέα σοι ἀπ’ αὐτῶν [τῶν βρωμάτων] ἐγένετο [ἡ χείρ] X. Cyr. 1.3.5.
II. abs., full, πλείοις δεπάεσσι Il. 8.162, etc.; κνέφαλλον πλέων IG 12.330.22.
2. of Time, full, complete, δέκα πλείους ἐνιαυτούς ten full years, Hes. Th. 636; ἤματος ἐκ πλείου, πλέῳ ἤματι, the longest day, Id. Op. 778, 792: Comp. πλειότερος Od. 11.359, Arat. 1080, Call. Fr. 51 P., Poet. ap. Et.Gen.
3. πλείην· ἔγκυον, Hsch.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project